διαστρέφω


διαστρέφω
[диастрефо] р. искажать

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "διαστρέφω" в других словарях:

  • διαστρέφω — turn different ways pres subj act 1st sg διαστρέφω turn different ways pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαστρέφω — διαστρέφω, διέστρεψα βλ. πίν. 13 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διαστρέφω — (AM διαστρέφω) 1. στρέφω κάτι προς διάφορες κατευθύνσεις. 2. αλλοιώνω, παραμορφώνω, διαστρεβλώνω 3. (με ηθική έννοια) διαφθείρω, καταστρέφω νεοελλ. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) διαστρεμμένος και διεστραμμένος (για ανθρ.) διεφθαρμένος ή ανώμαλος …   Dictionary of Greek

  • διαστρέφω — διάστρεψα και διέστρεψα, διαστράφηκα, διαστραμμένος και διεστραμμένος, μτφ. 1. διαστρεβλώνω, παραμορφώνω: Πάντα διαστρέφει τα γεγονότα με τη φαντασία του. 2. διαφθείρω: Η παρέα μαζί του θα σε διαστρέψει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαστρέφετε — διαστρέφω turn different ways pres imperat act 2nd pl διαστρέφω turn different ways pres ind act 2nd pl διαστρέφω turn different ways imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαστρέφῃ — διαστρέφω turn different ways pres subj mp 2nd sg διαστρέφω turn different ways pres ind mp 2nd sg διαστρέφω turn different ways pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαστρέψει — διαστρέφω turn different ways aor subj act 3rd sg (epic) διαστρέφω turn different ways fut ind mid 2nd sg διαστρέφω turn different ways fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαστρέψουσιν — διαστρέφω turn different ways aor subj act 3rd pl (epic) διαστρέφω turn different ways fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διαστρέφω turn different ways fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαστρέψω — διαστρέφω turn different ways aor subj act 1st sg διαστρέφω turn different ways fut ind act 1st sg διαστρέφω turn different ways aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαστρέψῃ — διαστρέφω turn different ways aor subj mid 2nd sg διαστρέφω turn different ways aor subj act 3rd sg διαστρέφω turn different ways fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)